Ελληνικός Αμπελώνας

Σε μεγάλο βαθμό ορεινή, με ελάχιστα πεδινά τμήματα και μονάχα τρεις μεγάλες πεδιάδες, η Ελλάδα διαθέτει ένα γοητευτικό ανάγλυφο, στο οποίο ευδοκιμούν πλήθος από γηγενείς ποικιλίες σταφυλιού. Το μεσογειακό κλίμα της χώρας μας, με τις έντονες ηλιοφάνειες σε όλη την διάρκεια του χρόνου, με το παρατεταμένο και ξηρό καλοκαίρι, κι ακόμα με τις εντυπωσιακές εναλλαγές ξηράς, θάλασσας και υψομέτρων, δημιουργεί τις ιδιαίτερες και σπάνιες συνθήκες, για να αναπτυχθούν και να δώσουν καρπό τα ντόπια κρασοστάφυλα. Κάθε επιμέρους terroir αυτής της χώρας μπορεί να υπογράψει ξεχωριστά κρασιά, με ασυνήθιστα μεγάλη πολυπλοκότητα.

 

Τα αμπελοτόπια κι η οινοπαραγωγή στην Ελλάδα είναι μέρος της ιστορίας, της κουλτούρας και του πολιτισμού. Αφού η ιστορία του ελληνικού κρασιού εκτείνεται από τον 7ο π.Χ. αιώνα έως σήμερα. Κι αυτό μιας κι από εκείνη την εποχή ξεκινούν τα πρώτα σαφή στοιχεία, γεγονός που σημαίνει πως η παραγωγή κρασιού μπορεί να είναι μια ακόμα παλαιότερη συνήθεια για τον λαό μας. Από την περίοδο του περίφημου Μινωικού και του Μυκηναϊκού πολιτισμού, υπάρχουν αναρίθμητες ενδείξεις της παραγωγής, κατανάλωσης κι εμπορίας κρασιού στις εν λόγω περιοχές. Ο Ολύμπιος θεός Διόνυσος και οι ακόλουθοί του, εμφανίζονται να περνούν μεγάλο μέρος του χρόνου τους, απολαμβάνοντας κρασί, τρώγοντας, χορεύοντας και διασκεδάζοντας. Ο Ησίοδος, αργότερα ο Θεόφραστος και πολλοί άλλοι έγραψαν δοκίμια κι ολόκληρα έργα με αντικείμενο την οινοπαραγωγή και την αμπελουργία. Στην Ιλιάδα ο Όμηρος αναφέρεται σε κελάρια γεμάτα κρασί που είχε έρθει από την Θράκη με καράβια της Αχαΐας. Με την πάροδο των αιώνων ο οίνος έγινε και σημαντικό κομμάτι των θρησκευτικών τελετουργιών, από την αρχαία Αθήνα έως και σήμερα, αναπόσπαστο κομμάτι της Θείας Κοινωνίας.

 

Κατά την περίοδο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας η αμπελουργία διένυσε μια περίοδο αδράνειας, αντίθετα με την παραγωγή και την κατανάλωση οίνου. Εντούτοις εκείνη την εποχή εισήχθη από την Δυτική Ευρώπη, η χρήση του ξύλινου βαρελιού, με αποτέλεσμα την δημιουργία παλαιωμένων σε βαρέλι οίνων. Παράλληλα διαδόθηκε κι η τεχνική του λιασίματος των σταφυλιών. Από τους πιο δημοφιλής οίνους εκείνης της περιόδου είναι ο Μονεμβάσιος οίνος, ο οποίος εξάγονταν στην Γαλλία, τη Γερμανία και την Αγγλία ως τον 18ο αιώνα. Οι εξαγωγές κρασιού βέβαια διακόπηκαν εν μέρει με την άλωση της Πόλης το 1453, όχι όμως κι η εξάσκηση της αμπελουργίας. Δυστυχώς τα περισσότερα καλλιεργήσιμα εδάφη καταστράφηκαν στη συνέχεια με την αποχώρηση των Τούρκων, μετά την επανάσταση του 1821, με ελάχιστες εξαιρέσεις, όπως τα αμπελοτόπια της Κρήτης, ορισμένων νησιών του Αιγαίου και του Ιονίου. Ειρήσθω εν παρόδω, τα Μοσχάτα κρασιά της Σάμου, περίφημα ήδη από την αρχαιότητα, τροφοδοτούν Δύση και Ανατολή, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Έως τα 1920, όπου η ασθένεια φυλλοξήρα κατάστρεψε το μεγαλύτερο μέρος των αμπελώνων της χώρας μας, τίποτα το αξιόλογο δεν διαδραματίστηκε στο χώρο της αμπελουργίας. Ούτε όμως και τα χρόνια που ακολούθησαν υπήρξαν γόνιμα στον εν λόγω τομέα, αφού το χύμα κρασί είχε πάντα τον πρώτο λόγο, και το μόνο αξιοσημείωτο είναι η διεθνής διάδοση της Ρετσίνας, η οποία παρόλο που καταναλώνονταν από τους Αθηναίους ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, απέκτησε φήμη ταυτόχρονα με την τουριστική ανάπτυξη της δεκαετίας του ’60 στην χώρα μας. Αποτέλεσμα, για πολλά πολλά χρόνια έκτοτε, το ελληνικό κρασί να είναι παγκοσμίως συνώνυμο της Ρετσίνας.

 

Τη δεκαετία του ’70 η αγορά του εμφιαλωμένου κρασιού στην Ελλάδα ήταν πολύ συγκεκριμένη, αφού 4 ήταν όλες κι όλες οι εταιρείες που δέσποζαν: ο Καμπάς, ο Μπουτάρης, η Αχάϊα Κλάους κι ο Κουρτάκης. Πολύ λίγο αργότερα στην παρέα τους προστέθηκε κι η εταιρεία του Ευάγγελου Τσάνταλη, και σταδιακά δημιουργήθηκαν μερικά ακόμα αξιόλογα οινοποιεία όπως αυτό του Ευάγγελου Αβέρωφ, του Πόρτο Καρράς, κι εν συνεχεία του Δημήτρη Χατζημιχάλη, του Θανάση Παρπαρούση, του Δημήτρη Κατσαρού και της Οικογένειας Κοκοτού. Η μεγάλη άνθηση όμως ήρθε την δεκαετία του ’80, με αποτέλεσμα τα χρόνια που ακολούθησαν να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στην σωστή καλλιέργεια των αμπελώνων, με την κατάλληλη τεχνογνωσία και με εξειδικευμένους επαγγελματίες. Παράλληλα δημιουργήθηκαν σύγχρονα οινοποιεία, με μοντέρνο εξοπλισμό γεγονός που έθεσε τις προδιαγραφές για την παραγωγή οίνων ποιότητας. Μάλιστα με διατάγματα του 1971 και 1972, καθιερώθηκαν οι οίνοι Ο.Π.Α.Π. (Ονομασία Προέλευσης Ανώτερης Ποιότητας) και Ο.Π.Ε. (Ονομασία Προέλευσης Ελεγχόμενη), για συγκεκριμένα κρασιά με σαφείς προδιαγραφές, πράγμα που με τα χρόνια εξελίχθηκε είτε με αναθεώρηση των εν λόγω χαρακτηρισμών για κάποιες περιοχές ή με την πρόσφατη αναδιαμόρφωση τους από Ο.Π.Α.Π. σε Π.Ο.Π. (Προστατευμένη Ονομασία Προέλευσης) και από Ο.Π.Ε. σε Π.Γ.Ε. (Προστατευόμενη Γεωγραφική Ένδειξη).

 

Θεωρείται η απαρχή μιας νέας εποχής για το κρασί, όμως τη δεκαετία του ’70 τα μονοποικιλιακά κρασιά ήταν μια μάλλον άγνωστη έννοια, αφού ο κάθε τόπος ήταν οικειοποιημένος μονάχα με τις ποικιλίες που ευδοκιμούσαν εκεί. Σταδιακά και καθώς η έννοια του μονοποικιλιακού έκανε την εμφάνισή της, ξεκίνησε η διάδοση και το επιμέρους ενδιαφέρον για τις ποικιλίες, στα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα των καταναλωτών, και φυσικά στους γνώστες, οινοποιούς κι αμπελοκαλλιεργητές. Από τις πρώτες ποικιλίες με τις οποίες καταπιάστηκαν οι νεόκοποι οινοποιοί ήταν οι ελληνικές Μοσχοφίλερο, Ροδίτης, Σαββατιανό, Ξινόμαυρο κι Αγιωργίτικο και οι διεθνείς Chardonnay και Cabernet sauvignon. Μάλιστα τις δεκαετίες ’80 και ’90 εμφανίστηκαν τα πρώτα, δημοφιλή, χαρμάνια τοπικών και διεθνών ποικιλιών. Εντούτοις με την πάροδο των χρόνων, διαπιστώθηκε το ενδιαφέρον, τόσο της εσωτερικής όσο και των διεθνών αγορών, για αυτό που λέμε γηγενείς, αυτόχθονες ποικιλίες. Όχι μόνο λόγο της μοναδικότητάς τους και του ελληνικού στοιχείου τους, αλλά και λόγω της εντυπωσιακής ποικιλίας τους. Υπάρχουν ισχυρισμοί που θέλουν τις εγχώριες ποικιλίες να ξεπερνούν τις 350 – ενώ υπάρχουν χώρες που δεν διαθέτουν ούτε μια ντόπια κρασοποικιλία -, όμως για να είμαστε περισσότερο ρεαλιστές, θα μπορούσαμε με περισσότερη ασφάλεια να καθορίσουμε αυτό τον αριθμό πέριξ των 200. Πρόκειται για μια σημαντική απόκλιση, η οποία όμως προκύπτει αφενός λόγω της ελλιπούς μελέτης στον συγκεκριμένο κλάδο, κι αφετέρου στο ότι η κάθε ποικιλία μπορεί να εμφανίζεται με διαφορετικά ονόματα σε κάθε περιοχή, ακόμα και με διαφορετικά αμπελογραφικά χαρακτηριστικά. Σε κάθε περίπτωση, λίγες από αυτές τις ποικιλίες είναι ευρέως γνωστές και καλλιεργούνται επαρκώς για την παραγωγή οίνων υψηλής ποιότητας. Από αυτές οι πιο διαδεδομένες λευκές ποικιλίες είναι οι εξής: Αηδάνι, Ασύρτικο, Αθήρι, Βηλάνα, Θραψαθήρι, Ντεμπίνα, Λαγόρθι, Κυδωνίτσα, Μαλαγουζιά, Μονεμβασιά, Μοσχοφίλερο, Μοσχάτο Αλεξανδρείας, Μοσχάτο Λευκό, Πλυτό, Ρομπόλα, Ροδίτης, Σαββατιανό. Από τις περισσότερο γνωστές ερυθρές ποικιλίες είναι οι: Αγιωργίτικο, Βερτζαμί, Κοτσιφάλι, Λιάτικο, Λημνιό, Μανδηλαριά, Μαυροδάφνη, Νεγκόσκα, Ξινόμαυρο. Παράλληλα σε ορισμένα εδάφη, φάνηκε ένας εξαιρετικός εγκλιματισμός ορισμένων διεθνών ποικιλιών όπως: Chardonnay, Gewurztraminer, Riesling, Viognier, Semillon, Sauvignon blanc, Ugni blanc, Cabernet Sauvignon, Cabernet franc, Merlot, Syrah, Mourverdre, Grenache rouge, Refosco, Carignan, Petit Verdot, Primitivo, Sangiovese, Nebbiolo, Tempranillo, Pinot noir.

 

Στις μέρες μας τα πράγματα έχουν πλέον αρχίσει να μπαίνουν στη σωστή σειρά, αφού ο κάθε κρασότοπος της χώρα μας, με το δικό του μικροκλίμα και τις επιμέρους γηγενείς ποικιλίες, έχει αρχίσει να δίνει αξιόλογα κρασιά, με μεγάλο ενδιαφέρον και πολύ ελπιδοφόρο μέλλον. Τα κρασιά της Νάουσας, από Ξινόμαυρο, μεγαλουργούν στην Ελλάδα, ενώ στο εξωτερικό έχει ήδη αρχίσει η αναγνώρισή τους, και το ίδιο συμβαίνει με τα Αγιωργήτικα της Νεμέας, το Ασύρτικο και τα Vinsanto της Σαντορίνης. Η ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας, της Πελοποννήσου, της Ηπείρου, της Κεντρικής Ελλάδας, των Νησιών του Αιγαίου, της Κρήτης, της Θεσσαλίας, όπως και μεγάλο τμήμα των Ιονίων Νήσων, των Δωδεκανήσων, των Νησιών του Βορείου Αιγαίου και της Θράκης, διαθέτουν μεγάλες εκτάσεις αμπελώνων, παράγοντας υψηλής ποιότητας κρασιά.

 

Βιβλιογραφία

  • Χατζημιχάλης Δ., Αμπελουργείν
  • Νίκος Μάνεσης, The Illustrated Greek Wine Book 
  • Κωνσταντίνος Λαζαράκης, Τα Ελληνικά Κρασιά
  • Χαρούλα Σπινθηροπούλου, Οινοποιήσιμες Ποικιλίες του Ελληνικού Αμπελώνα
  • Αργύρης Τσακίρης, Ελληνική Οινογνωσία
  • Αργύρης Τσακίρης, Οινολογία
  • Σταυρούλα Κουράκου-Δραγώνα, Θέματα Οινολογίας